Home
Periods
Sites
People
papers
projects
Resources
for Study
RESOURCES BY COUNTRY
TECHNIQUES
site map
by kind permission of the ETANA team, search the ABZU database:
![]() |
Λ. Καραλή,
Αναπλ. Καθηγήτρια
Περιβαλλοντικής Αρχαιολογίας,
του τμ. Αρχαιολογίας & Ιστορίας της Τέχνης ,
ταου Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΙΝΩΝ ΟΣΤΡΕΩΝ
ΣΤΗΝ ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Η Αρχαιολογία ως επιστήμη έχει σκοπό να ερευνήσει και να φωτίσει τις πτυχές των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων κατά το παρελθόν. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, στοχεύει στον εντοπισμό και τη διασαφήνιση των επιτευγμάτων του ανθρώπου και στην ανασύνθεση του φυσικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο έδρασε. Στοχεύει, επίσης, και στον προσδιορισμό των σχέσεων αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος. Για να ολοκληρωθεί η ανασύνθεση του μακρινού παρελθόντος είναι απαραίτητη η μελέτη των υλικών καταλοίπων και της τεχνολογίας, δηλαδή το στάδιο αναπτύξεως και εξελίξεως του πολιτισμού. Επομένως, εκτός από τα έργα τέχνης και τα κινητά ευρήματα ή τα αρχιτεκτονικά μέλη, των οποίων η αρχαιολογική αξία είναι γνωστή, κάθε στοιχείο, το οποίο προκύπτει κατά τη διάρκεια της ανασκαφής μιας θέσης, μπορεί να φωτίσει τις παραμέτρους διαβίωσης, κατοίκησης και ανάπτυξης και κατά συνέπεια είναι άξιο μελέτης.
Η σύγχρονη αρχαιολογική έρευνα στρέφει το ενδιαφέρον της στο σύνολο των καταλοίπων, τα οποία έρχονται στο φως με την ανασκαφή, δηλαδή στα τέχνεργα και τα βιολογικά υπολείμματα. Είναι όλα απαραίτητα για τη διερεύνηση του παρελθόντος, το οποίο αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο στοιχείων και γεγονότων (Shackley 1981, Preface 1985, 9-11)
Στα πλαίσια τηςπεριβαλλοντικής αρχαιολογικής έρευνας προκύπτουν μαρτυρίες και από άλλα υλικά, τα οποία εκ πρώτης όψεως περνούν απαρατήρητα, όπως τα όστρεα των μαλακίων (Kαραλή 1994, 1-20).
Μεγάλη είναι η σημασία των μαλακίων, ιδιαίτερα για τις πληροφορίες που παρέχουν στον αρχαιολόγο. Αποτελούν αξιόπιστους περιβαλλοντικούς δείκτες, επειδή η ύπαρξη κάθε είδους εξαρτάται στενά από παράγοντες όπως το κλίμα, η οικολογική σύνθεση και η μορφή του θαλασσίου πυθμένα, καθώς και ο γενικότερος χαρακτήρας του (παλίρροιες, ρεύματα σύσταση του ύδατος, αν δηλαδή είναι γλυκό, αλμυρό, αφάλμυρο κ.λ.π). Συγκεκριμένα, στην Ανατολική Μεσόγειο, από την Κρήτη ως τη Λυκία και από τη Θεσσαλία ως την Αίγυπτο, κατά τον Kαινοζωϊκό αιώνα, συναντώνται τα ίδια είδη μαλακίων, κάτω από όμοιες κατά το μάλλον ή ήττον συνθήκες (Karali 1979, 3-20).
Η παρουσία των μαλακίων σε έναν αρχαιολογικό χώρο προσφέρει πιο συγκεκριμένες και ασφαλείς πληροφορίες για το περιβάλλον της θέσεως, καθώς τα μαλάκια είναι οργανισμοί που ζουν σε αυστηρώς καθορισμένα μικροπεριβάλλοντα αναλόγως του είδους, ενώ όπως είναι γνωστό τα μεγαλύτερα ζώα μετακινούνται και είναι δυνατόν να συμμετέχουν σε διαφορετικά περιβάλλοντα συγχρόνως. 'Ετσι είναι προφανές ότι οι πληροφορίες για τον άμεσο χώρο δράσης του ανθρώπου είναι σχετικά ακριβείς.
Πέρα από τα στοιχεία, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αντλήσει ο μελετητής από το υλικό του (αναγνώριση ειδών, ελάχιστος και μέγιστος αριθμός ατόμων κάθε είδους, ποσοστό εμφανίσεως, προέλευση, βιότοποι κ.ά.) η προσπάθεια συνθετικής αντιμετώπισης του υλικού είναι το δυσκολότερο μέρος της έρευνας. Κάποτε η ερμηνεία παρόμοιου υλικού γίνεται βιαστικά και χωρίς την πρέπουσα προσοχή, με αποτέλεσμα τα συμπεράσματα να είναι μεν εντυπωσιακά αλλά όχι ακριβή.
Η μελέτη των μαλακίων δίνει σημαντικές πληροφορίες για το διαιτολόγιο των αρχαίων κοινωνιών σχετικές με τη συλλογή και αλιεία του ζώντος μαλακίου και στη συνέχεια με τη θέση του στην τροφική αλυσίδα. Πληροφορίες παρέχονται επίσης για την εργαλειακή τους χρήση (σκεύη και εργαλεία) για την συμμετοχή τους στην κόσμηση, για την πιθανή συμβολική αισθητική ή άλλη σημασία, για την εμπορική τους διακίνηση κ.λ.π.
Διατροφή
'Εχει διαπιστωθεί ότι από την Παλαιολιθική εποχή μέχρι την 'Υστερη Εποχή του Χαλκού τα μαλάκια αποτέλεσαν σημαντικό διατροφικό παράγοντα.
Στη διάρκεια της Προϊστορικής εποχής του Αιγαίου υπήρξε σαφής προτίμηση σε συγκεκριμένα είδη και ιδιαίτερα στα ακόλουθα :
Patella sp., Cardium edule L., Monodonta turbinata L., Cerithium vulgatum Br., Mytilus galloprovincialis L., Murex sp., Conus mediterraneous Br., Arca noae L., Triton sp., Spondylus gaederopus L καθώς και στο χερσαίο σαλιγκάρι Helix.
Στη νεολιθική Βόρειο Ελλάδα σε θέσεις με μόνιμη κατοίκηση μακριά από τις ακτές καταναλώθηκαν μεγάλες ποσότητες μαλακίων. Αντίθετα στη Νότια Ελλάδα βρίσκονται μικρότερες ποσότητες (π.χ. Εύβοια - Θαρρούνια). Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται αφ' ενός στην αναλογικά λιγότερο εκτεταμένη έρευνα της Νεολιθικής περιόδου στη Νότιο Ελλάδα, αφ' ετέρου στον εποχιακό χαρακτήρα της κατοίκησης μερικών από τις θέσεις αυτές Εύβοια - Θαρρούνια, (Σάμψων 1993, 370-377).
Η κατανάλωση μαλακίων μειώνεται κατά την Εποχή του Χαλκού σε όλο το Αιγαίο. Αυτό οφείλεται μάλλον στην άνοδο του βιοτικού επιπέδου, και στην αλλαγή των διατροφικών προτιμήσεων, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τα κεφαλόποδα, τα κατάλοιπα των οποίων δύσκολα ανιχνεύονται.
Στις νεολιθικές θέσεις της Κύπρου από τις οποίες έχει μελετηθεί μαλακογικό υλικό παρατηρείται μεγάλη ποικιλία ειδών για παράδειγμα στον 'Αγιο Επίκτητο - Βρύση αναγνωρίσθηκαν 55 είδη μαλακίων, 52 στον Απόστολο Ανδρέα, 22 στη Χοιροκοιτία, 29 στο Καντού . Στη θέση Σωτήρα σύγχρονη με το Καντού-Κουφόβουνο κυριαρχούν τα εξής είδη : Cassis sulcosa Brug., Cardium sp., Murex sp., ορισμένα χερσαία είδη κ.ά. (Danche 1961, 237-238). Οι πληροφορίες για τις περισσότερες από αυτές τις θέσεις προέρχονται από καταλόγους ειδών. Γι' αυτό το λόγο οι αρχαιολογικές ερμηνείες είναι περιορισμένες. 'Εχει γίνει μικρή αναφορά σχετικά με τη διαιτητική τους αξία και μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει σωστή εκμετάλλευση του υλικού αυτού. Επίσης ελάχιστη εργασία έχει γίνει σχετικά με τη συχνότητα και τη σημασία των χερσαίων μαλακίων. (εικ. 1)
'Οσον αφορά στην τροφή τα μαλάκια συμμετέχουν ενεργά. Κυριαρχούν τα είδη Monodonta
(εικ. 2) και Patella (εικ. 3) με διαφορετικές αναλογίες από θέση σε θέση και όχι πάντοτε μαζί. Για παράδειγμα οι πατέλλες απουσιάζουν από τη Χοιροκοιτία. Μερικά όστρεα μαλακίων βρέθηκαν μέσα σε οικίες. Το μικρό μέγεθος ορισμένων από αυτά δεικνύει την υπερεκμετάλλευση τους από τον εκεί πληθυσμό.
Εργαλεία
Μια από τις συχνότερες χρήσεις των οστρέων είναι η εργαλειακή. Σε γενικές γραμμές ένα όστρεο που έχει χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο εμφανίζεται είτε ως όστρεο ακατέργαστο είτε ως διαμορφωμένο. Πολλά μαλάκια υπήρξαν φορείς διπλής χρήσεως δηλαδή αφού καταναλώθηκε η σάρκα τους χρησιμοποιήθηκε το κέλυφός τους όπως ήταν χωρίς να υποστεί περαιτέρω μετατροπές. Η αναγνώρισή τους είναι δυσχερής εκτός και αν συνηγορεί στο χαρακτηρισμό τους η θέση, στην οποία βρέθηκαν. Παρά τη δυσχέρεια εντοπισμού και αναγνωρίσεωςτους στο Αιγαίο βρέθηκαν σκεύη και εργαλεία από όστρεο τα οποία χρησίμευαν ως σπάτουλες, στίλβωτρα, σφραγίδες, πηνία, κοχλιάρια και σπανιότερα δοχεία (Karali 1979, 113-142).
Τα κοχλιάρια παρουσιάζουν στον ελληνικό χώρο ποικιλία τύπων, με σχήματα ωοειδή, στρογγυλά, τριγωνικά και παρά το ότι είναι δύσκολα στον εντοπισμό τους βρέθηκαν σε ικανοποιητικές ποσότητες στις Κυκλάδες - Σάλιαγκος, στη Θράκη - Παράδεισος, στη Μακεδονία - Δήμητρα, κλπ. Στην νεολιθική Ελλάδα τα κοχλιάρια κατασκευάζονταν και από άλλα υλικά όπως το οστό και ο πηλός στην Μακεδονία - Dikili Tash. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει ένα πραγματικό κοχλιάριο, ίδιο με αυτά που χρησιμοποιούν σήμερα. Προέρχεται από τα αρχαιότερα νεολιθικά στρώματα του σπηλαίου του Κύκλωπα στις Σποράδες - Αλόννησος και είναι κατασκευασμένο από σπόνδυλο (Καραλή, υπό μελέτη).
Στην Κύπρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει κατηγορία κοχλιαρίων που κατασκευάσθηκαν από τα όστρεα του είδους Charonia nodifera και τα οποία μοιάζουν με εκείνα του νεολιθικού Σαλιάγκου η συλλογή των οποίων προϋποθέτει γνώση καταδύσεως και χρήση διχτύων ή πλοιαρίων. Κοχλιάρια αναφέρονται από διάφορες θέσεις της Κύπρου ενώ η χρήση του οστρέου του είδους Mytilus δεν παρατηρείται στην νεολιθική Κύπρο. 'Οστρεα του είδους Charonia
(εικ. 4) που ίσως χρησιμοποιήθηκε ως αγγείο και από τα οποία έχει αφαιρεθεί η κεντρική σπείρα βρέθηκαν στις εξής θέσεις : Απόστολος Ανδρέας, Βουνούς, 'Ορτος, Χοιροκοιτία.
Μια άλλη κατηγορία που έως τώρα δεν είναι συχνή στον ελληνικό χώρο είναι η κατηγορία σκευών από όστρεο του είδους Charonia, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως αγγείο μετά την αφαίρεση του κεντρικού άξονα. Παρόμοια αντικείμενα βρέθηκαν στις θέσεις Απόστολος Ανδρέας, Βουνούς, 'Ορτος, Χοιροκοιτία (Reese 1993, 207-209).
Κοσμήματα
Κοσμήματα από όστρεο συναντώνται επίσης από την Παλαιολιθική εποχή έως σήμερα. Δύσκολος είναι ο προσδιορισμός του πραγματικού ρόλου και της λειτουργικότητας του κάθε διακοσμητικού αντικειμένου. Η ερμηνεία τους γίνεται ακόμα συνθετότερη σε περιπτώσεις ταφής. Υπεισέρχεται τότε ένας νέος παράγοντας που συμβάλλει στον περαιτέρω χαρακτηρισμό των αντικειμένων αυτών τα οποία συνοδεύουν και κοσμούν τον νεκρό, εφ' όσον οι αντιλήψεις που εκφράζονται με το σύνολο αυτό ίσως έχουν συμβολικό, τελετουργικό ή και θρησκευτικό κάποτε χαρακτήρα.
Βασικές κατηγορίες κοσμητικών αντικειμένων αποτελούν οι ψήφοι, τα περίαπτα, τα δακτυλιόσχημα και τα ενθέματα.
Επεξεργασμένα ή ακατέργαστα τα όστρεα κυριαρχούν στη νεολιθική κόσμηση κυρίως στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Πρόκειται κυρίως για ψήφους, περίαπτα και ψέλια. Χρησιμοποιούνταν πρωτίστως τα είδη Spondylus gaederopus καιGlycimeris glycimeris κατά δεύτερο λόγο τα είδη Cardium edule L., Conus ventricosus Gmelin, Νassa neritea L., Dentalium dentalis da Costa, και Luria lurida L.
Τα κατεργασμένα όστρεα κυρίως τα κοσμήματα βρίσκονται στις νεολιθικές θέσεις του τέλους της Μέσης και σε όλη τη Νεότερη Νεολιθική εποχή και χαρακτηρίζουν περισσότερο θέσεις της Κεντρικής και ιδιαίτερα της Βόρειας Ελλάδας.
Στην Κύπρο η παρουσία κατεργασμένων οστρέων που σχετίζονται με την κόσμηση είναι προφανώς μικρότερη από αυτήν, που μέχρι τώρα αναφέρεται στις δημοσιεύσεις. Διάτρητα όστρεα θα μπορούσαν να έχουν χρησιμοποιηθεί ως ψήφοι και περίαπτα, όμως όχι όλα. (εικ. 5) Οι οπές συχνά οφείλονται στην προσπάθεια εξαγωγής του ζώου, δηλαδή της σάρκας. Δευτερογενής χρήση του οστρέου και συμμετοχή του επομένως στην κόσμηση είναι πιθανή, αλλά όχι επιβεβαιωμένη, όπως πιθανολογούν οι περισσότεροι ερευνητές οι οποίοι ανακαλύπτουν διάτρητα όστρεα. Αυτά θα μπορούσαν κάλιστα να αποτελούν απλώς κατάλοιπα ενός γεύματος ή δολώματα όπως συμβαίνει για παράδειγμα συχνά με τα διάτρητα όστρεα του είδους Murex. (εικ. 6) Αντίθετα άλλα, όπως το όστρεο των ειδών Cypraea και Dentalium βρίσκονται σε μικρές ποσότητες, η συμμετοχή τους δέ στην κόσμηση είναι τις περισσότερες φορές αδιαμφισβήτητη. Η επισταμένη μελέτη του αρχαιολογικού συνόλου, η ύπαρξη επιμελημένης οπής, το μέγεθός τους, (συνήθως μικρού μεγέθους όστρεα επιλέγονταν στην κόσμηση) και ο αριθμός της παρουσίας των κοσμητικών αντικειμένων σε σχέση με τα είδη που καταναλώθηκαν μπορούν να πιστοποιήσουν την παρουσία κοσμημάτων.
Χαρακτηριστική είναι στην Κύπρο η χρήση του μαργάρου του οστρέου Pinna στην κόσμηση. Διασώθηκαν γεωμετρικού σχήματος περίαπτα με οπές ανάρτησης όπως δείχνουν τα ευρήματα από τον Αγ. Επίκτητο - Βρύση και τη Χοιροκοιτία. Επιβεβαιώνεται επίσης η χρήση κοσμήματος από όστρεο ελλειψοειδούς σχήματος, πιθανότατα ενωτίου από το είδος Glycimeris (Αγ. Επίκτητος - Βρύση) (Ridout 1982 , 440 - Demetropoulos 1984, 169-182).
'Οσον αφορά στην παρουσία των οστρέων στις ταφές αξίζει να σημειωθεί ότι :
Στο Αιγαίο στις περισσότερες ταφές που βρέθηκαν όστρεα μαζί με τα σκελετικά και άλλα κατάλοιπα παρατηρούμε ότι τα όστρεα συγκεκριμένα θα μπορούσαν να ερμηνευθούν συχνά ως συμβολική προσφορά τροφής.
Μερικοί ερευνητές διατείνονται ότι σε ορισμένες θέσεις αυτά έχουν σχέση με το τελετουργικό της ταφής όπως για παράδειγμα στη Χοιροκοιτία. Η απόσταση της θέσης από τη θάλασσα δεν είναι απαγορευτική για να προταθεί μια τέτοια διαφοροποίηση στη χρήση των οστρέων καθώς και ο αποκλεισμός τους από τη διατροφή. Τα μαλάκια που βρέθηκαν σε ταφές (Αιγαίο) κυρίως στην Εποχή του Χαλκού, αποτελούσαν εδώδιμα είδη συχνά και σε οικιστικά τροφικά σύνολα. Τα είδη αυτά ήταν τροφικά κατάλοιπα.
Κατά τη Νεολιθική εποχή με την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της γεωργίας καθώς και την εφαρμογή νέων τεχνικών, η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον γίνεται περισσότερο δυναμική, με την άμεση επέμβαση του σ' αυτό και την προσπάθεια εκμετάλλευσης των πηγών εκείνων, οι οποίες θα του έδιναν όλα τα απαραίτητα στοιχεία όχι απλώς για να επιβιώσει αλλά και να καλυτερεύσει τις συνθήκες διαβίωσής του. 'Ετσι, ανάλογα με τα εξελικτικά στάδια διαμορφώνεται και ο τρόπος εκμετάλλευσης των πηγών. Σε αντιστοιχία με το επίπεδο ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας και το ύψος της παραγωγής υπάρχει μία αυξομείωση στην καμπύλη καταναλώσεως των μαλακίων και τη δυαντότητα επιλογής των ειδών.
Είναι πλέον αρχαιολογικά αποδεδειγμένο ότι τα μαλάκια αποτέλεσαν σημαντικό στοιχείο στη ζωή του νεολιθικού ανθρώπου ως τροφή και ως δόλωμα, ως κόσμημα και εργαλείο. Φαίνεται ότι ιδιαίτερα στη Μακεδονία έχουμε σε μεγάλες ποσότητες τα είδη Cardium sp., Spondylus gaederopus, Glycimeris glycimeris και το ποτάμιο είδος Unio. Το είδος Cerithium καταναλώνεται. Στη νοτιότερη Ελλάδα κυριαρχούν τα είδη Patella, Monodonta, Murex, Pinna, Glycimeris και Cardium, ενώ σημαντική είναι η παρουσία των χερσαίων σαλιγκαριών, όπως φαίνεται από το σπήλαιο της Πελοπονήσσου- Φράγχθι, της Αττικής-Κίτσος και αλλού. Στα νησιά του Αιγαίου η συμμετοχή των μαλακίων στο διαιτολόγιο είναι ιδιαίτερα σημαντική. Κυριαρχούν τα είδη Patella sp., Monodonta turbinata, (Cerastoderma edule) και Murex και ακολουθούν τα είδη Venerupis aereus, Murex trunculus, Pinna nobilis, Cerithium vulgatum (Karali 1979, 54-112).
Τα σημαντικότερα είδη που καταναλώνονταν στην Κύπρο είναι η Patella, τα Monodonta turbinata και articulata, Murex trunculus, Arcularia Gibossula, Conus, Charonia nodifera κ.ά.
Αρκετές από τις θέσεις της Κύπρου δεν είναι παράκτιες, έχουν πρόσβαση όμως στις ακτές και αποδεικνύεται έτσι η σημασία και η συμμετοχή των μαλακίων στο διαιτολόγιο.
Τα χερσαία σαλιγκάρια συμμετέχουν επίσης στο διαιτολόγιο των νεολιθικών κατοίκων της Κύπρου, όπως φαίνεται από τις θέσις Αγ. Επίκτητος - Βρύση και Καντού.
Στην Κύπρο, οι εργαλειακές χρήσεις δεν έχουν ακόμα εντοπισθεί με σαφήνεια όμως από τα στοιχεία που προκύπτουν διακρίνονται κάποιες ομοιότητες με το Αιγαίο ως προς τη χρήση των κοχλιαρίων από Charonia αλλά απουσιάζει τελείως το κοχλιάριο από το είδος Mytilus. Ξεχωρίζει επίσης όσον αφορά στην Κύπρο η χρήση του του είδους Charonia ως αγγείου.
Στην Κύπρο χαρακτηριστική είναι η απουσία κατεργασμένου Σπονδύλου από την κόσμηση, στην οποία όμως συμμετέχουν τα είδη Glycimeris, Monodoonta, Dentalium, Charonia, Murex και Pinna. Επίσης συμμετέχουν τα είδη Arcularia, Collumbella, και Cerithium. Στο Αιγαίο βέβαια λόγω του μεγαλύτερου αριθμού θέσεων που έχουν μελετηθεί και της γεωγραφικής και μικροκλιματικής ποικιλομοφίας υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία ειδών και χρήσεων. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί η απουσία επαρκών στοιχείων για το εμπόριο ή άλλες δευτερεύουσες χρήσεις των οστρέων στην Κύπρο.
Ως προς τις χρήσεις τα κατάλοιπα που βρέθηκαν σε νεολιθικές θέσεις της Κύπρου παρουσιάζουν ομοιότητες με τις αντίστοιχες του Αιγαίου αλλά και επιμέρους διαφοροποιήσεις οι οποίες θα επιβεβαιωθούν ή θα διαψευσθούν από τη μελλοντική έρευνα.
1. Χερσαία σαλιγκάρια. (Helix sp.)
2. Θαλάσσια γαστερόποδα : όστρεα τou είδους Monodonta sp.
3. Όστρεα του είδους Patella sp.
4. Όστρεα τρίτωνος του είδους Charonia variegata
5. Ακρωτηπι Σαντορίνης : Pecten jacobaeus Linne. Και στις δύο θύρες είναι εμφανής η διάνοιξη της οπής. Πρόκειται για ενδιαφέρουσα και διαχρονική χρήση του ανωτέρω διθλυρου μαλακίου (Κουτί, χρωματοθήκη)
|
Helicella sp. |
17 |
|
Helix sp. |
158 |
|
Murex trunculus L. |
62 |
|
Mitrella scripta L. |
41 |
|
Ostrea edulis L. |
20 |
|
Cardium edule l. |
16 |
|
Patella sp. |
14 |
|
Cassis sulcosa Brug. |
10 |
|
Acanthocardium tuberculatum L. |
7 |
|
Cerithium vulgatum Brug. |
6 |
|
Monodonta turbinata Born. |
4 |
|
Cardium sp. |
3 |
|
Triton tritonis L. |
3 |
|
Conus ventricosus Gm. |
2 |
|
Chylostoma cyclolabris L. |
2 |
|
Murex sp. |
2 |
|
Nassarius gibbosula L. |
1 |
|
Gibbula umbilicacaris L. |
1 |
|
Gibbula diricata L. |
1 |
|
Spondylus gaederopus L. |
1 |
| Please
send any comments or suggestions for the project or website to
Co-ordinator@ancientcyprus.ac.uk |
![]() |
The Ancient Cyprus Web Project is affiliated to the Council for British Research in the Levant |
Technical note: this site is best viewed using Internet Explorer. Visitors
using other browsers, for example Netscape, may experience some difficulties
on certain pages of this site. We are working to address these difficulties.
|
|
|||