Home
Periods
Sites
People
papers
projects
Resources
for Study
RESOURCES BY COUNTRY
TECHNIQUES
site map
by kind permission of the ETANA team, search the ABZU database:
![]() |
ΠΑΛΑΙΟΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΘΕΣΗ ΚΑΝΤΟΥ-ΚΟΥΦΟΒΟΥΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
Εισαγωγή
Η γεωγραφική απομόνωση της Κύπρου επηρέασε τόσο το φυσικό περιβάλλον της, όσο και τους πληθυσμούς της. Κύριο χαρακτηριστικό της αρχαιότερης ιστορίας του νησιού είναι η βιολογική και πολιτιστική εξέλιξη των ανθρώπινων ομάδων του σε κατευθύνσεις διαφορετικές από εκείνες των ηπειρωτικών προγόνων τους.
Στη ΝΛ ΙΙ αρχίζει μια προσπάθεια εξόδου από την απομόνωση της Αρχαιότερης Νεολιθικής, η οποία θα ολοκληρωθεί στην Εποχή του Χαλκού. Στη μεταβατική περίοδο, τη Χαλκολιθική εποχή, σημειώνονται σημαντικές αλλαγές στην κοινωνική οργάνωση, στην οικονομία και στην τεχνολογία, με βασικό γνώρισμα την δημογραφική αύξηση.
Όλες οι θέσεις της Κύπρου παρουσιάζουν πολιτιστική ομοιομορφία αλλά δεν λείπουν οι κατά τόπους διαφοροποιήσεις ανάλογα με τις προϋποθέσεις που δημιούργησε το φυσικό περιβάλλον κάθε θέσης. Όσον αφορά στην επιλογή του τόπου εγκατάστασης, προτιμώνται τα μέρη που βρίσκονται πολύ κοντά στην θάλασσα, σε σημεία στρατηγικά ή σε σημαντικούς δρόμους. Οι θέσεις στο εσωτερικό βρίσκονται κοντά σε πηγές νερού, σε εύφορο έδαφος και σε ορεινές περιοχές, ώστε να υπάρχει και η δυνατότητα ενασχόλησης με το κυνήγι σε περιόδους κακής εσοδείας. Συνήθως οι οικισμοί είναι φύσει προστατευμένοι, όπως η θέση Καντού-Κουφόβουνος.
Ο οικισμός Καντού-Κουφόβουνος είναι κτισμένος πάνω σε λόφο, σε υψόμετρο 243μ. πάνω από τη θάλασσα. Βρίσκεται σε νευραλγικό σημείο απ όπου δεσπόζει των κοιλάδων των ποταμών της περιοχής και απ όπου πιθανώς περνούσαν οι δρόμοι επικοινωνίας της ενδοχώρας με τη θάλασσα και με τους παραθαλάσσιους οικισμούς (Μαντζουράνη 1994, Εκθεση αποτελεσμάτων της ανασκαφής στη θέση Καντού-Κουφόβουνος, 1-3).
Το παλαιοπεριβαλλοντικό υλικό από τη θέση Καντού-Κουφόβουνος προέρχεται από συστηματική ανασκαφή. Περισυνελλέγη συστηματικά κατά τη διάρκεια της ανασκαφής και του κοσκίνισματος, πράγμα που επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών ποσοτικών συμπερασμάτων. Η μελέτη του εν λόγω υλικού έγινε πάντα με βάση τη σρωματογραφία καθώς και η διανομή των ευρημάτων στον ευρύτερο χώρο της ανασκαφής.
Στόχος της μελέτης είναι η αποκωδικοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών των οποίων φορέας είναι το παλαιοπεριβαλλοντικό υλικό. Επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι η δυαδική σχέση Ανθρωπος-Περιβάλλον κατά την Υστερη Νεολιθική περίοδο στην Κύπρο, όπως αυτή εμφανίζεται στη θέση Καντού-Κουφόβουνος καθώς και σε άλλες σύγχρονες θέσεις.
Στην παρούσα μελέτη η παρουσίαση του παλαιοπεριβαλλοντικού υλικού γίνεται με την ακόλουθη σειρά :
1. Ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα
2. Ζωικά σκελετικά κατάλοιπα
3. Μαλάκια
4. Προιόντα επίπλευσης και φυτικά κατάλοιπα
1. Ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα
Παρά τη γενικότερη διάβρωση του εδάφους και τη μερική κατολίσθηση των παρυφών του οικισμού βρέθηκαν μερικά ανθρώπινα κατάλοιπα. Πρόκειται κυρίως για δόντια τα οποία είναι από τα ποιο ανθεκτικά τμήματα του ανθρώπινου σκελετού. Ένα δόντι βρέθηκε στο Β9 καθώς και 15 άλλα στο Β25. Τα δόντια αυτά προδίδουν την παρουσία τουλάχιστον δύο ενηλίκων ατόμων. (Πιν. Ι)
Τα ευρήματα αυτά ήταν η πρώτη ένδειξη μιας γενικότερης παρουσίας ανθρωπίνων καταλοίπων μέσα στον οικισμό, γεγονός το οποίο επιβεβαιώθηκε από την ανακάλυψη δύο σκελετών, ενός ενηλίκου ατόμου και ενός παιδιού στο επίπεδο τμήμα του οικισμού στον χώρο....Ο πρώτος σώζεται ολόκληρος, ενώ από τον δεύτερο μόνο τμήματα του κρανίου. Τα ανθρώπινα σκελετικά κατάλοιπα συντηρήθηκαν και μελετήθηκαν κατά την περίοδο .....
Παρουσίαση των σκελετών
Μετρήσεις οστών, προσδιορισμός φύλου, ηλικίας, κατάσταση υγείας και παλαιοπαθολογικής φύσεως παρατηρήσεις έγιναν κατά την ανασκαφική περίοδο 1996..Η μελέτη βασίστηκε στην αριστερή πλευρά του σκελετού, διότι είναι θαμμένος σε συνεσταλμένη στάση και συντηρήθηκε με σκοπό την έκθεσή του σε μουσείο. Η κατάσταση διατήρησης των οστών είναι πολύ κακή.
2. Ζωικά σκελετικά κατάλοιπα
2. 1. Κατάσταση διατήρησης
Η κατάσταση διατήρησης του οστεολογικού υλικού είναι αποτέλεσμα μιας σειράς διεργασιών ανθρωπογενών αλλά και φυσικών. To έδαφος και το υπέδαφος δεν είναι περιβάλλοντα σταθερά και αδρανή, αλλά περιβάλλοντα ετερογενή τα οποία εξελίσσονται και μετασχηματίζονται υπό την επίδραση του κλίματος, της βλάστησης και των μικροοργανισμών. Συνεπώς τα οστεολογικά κατάλοιπα υφίστανται τις συνέπειες των φυσικο-χημικών διεργασιών που συντελούνται στο αποθετικό τους περιβάλλον.
Η έντονη διάβρωση του εδάφους στο χώρο της ανασκαφής καθώς και το υπέδαφος του λόφου, το οποίο είναι πλούσιο σε κιμωλία αποτελούν τις βασικές αιτίες της κακής κατάσταση διατήρησης του οστεολογικού υλικού. Αποτέλεσμα αυτού είναι η διάσωση ενός μικρού αριθμού οστών, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι θραύσματα με έντονα τα ίχνη της διάβρωσης στην εξωτερική τους επιφάνεια.
2. 2. Προσέγγιση του υλικού και παρατηρήσεις
Τα οστά των ζώων περισυνελλέγησαν συστηματικά κατά την ανασκαφή και το κοσκίνισμα. Τα περισσότερα οστά είναι πολύ θρυμματισμένα και υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό από σχίζες (θραύσματα από τη διάφυση μακρών οστών). Τα δόντια είναι καλύτερα διατηρημένα λόγω της διαφορετικής ιστολογικής τους σύνθεσης σε σχέση με τα υπόλοιπα μέρη του σκελετού. Βρέθηκαν επίσης πολλά θραύσματα κεράτων και το μεγαλύτερο τμήμα κρανίου αίγας. Τα οστά που αναγνωρίσθηκαν (είδος ζώου και τμήμα του σκελετού) είναι 268.
Από όσα έχουν έως σήμερα μελετηθεί η κατάσταση παρουσιάζεται ως εξής (βλ. πιν. ΙΙ): Τα κύρια είδη ζώων που αναγνωρίσθηκαν είναι τα ακόλουθα : αίγα, πρόβατο, χοίρος [145 οστά(κυρίως μακρά οστά, μεταπόδια και σχίζες) του είδους Capra hircus (εξημερ. αίγα), 99 οστά του είδους Ovis ariae (εξημερ. πρόβατο) και 24 του είδους Sus scrofa (εξημερ. χοίρος)]. Πρόκειται για είδη που ζούν και σήμερα στην περιοχή. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στην περιοχή του Ακρωτηρίου και γενικότερα της Λεμεσού ζούσαν από την αρχαιότητα δύο είδη δηλητηριωδών φιδιών, η Vipera lebetina και η Vipera ammodytis, γνωστά στην περιοχή ως κούφος και κουφή ( Μαντζουράνη 1994, Έκθεση αποτελεσμάτων της Ανασκαφής στη θέση Καντού-Κουφόβουνος, 1). Αναμενόμενη επομένως είναι η εύρεση καταλοίπων δηλωτικών της παρουσίας τους.
Απουσιάζουν άλλα είδη ζώων χαρακτηριστικά σύγχρονων θέσεων της Κύπρου όπως για παράδειγμα τα Dama sp. (ελάφι), Oryctolucus cunniculus (κουνέλι), Lepus capensis (λαγός), είδη πτηνών και ψαριών, που είναι ενδεικτικά κυνηγητικής και τροφοσυλλεκτικής δραστηριότητας. Δεν βρέθηκαν επίσης μικρότερα θηλαστικά και μικροπανίδα χαρακτηριστική του φυσικού περιβάλλοντος και των συνθηκών υγιεινής και διαβιώσεως των κατοίκων του οικισμού (πχ. σαύρες, ποντίκια κλπ.). Από τα μέχρι τούδε δεδομένα, φαίνεται ότι η απουσία των προαναφερθέντων ομάδων ζώων οφείλεται σε τέσσερις τουλάχιστον λόγους :
α) Στους περιβαλλοντικούς παράγοντες δηλαδή αφ ενός στο όξινο έδαφος το οποίο κατέστρεψε τα οργανικά κατάλοιπα και αφ ετέρου στη θέση του οικισμού, στην κορυφή υψώματος, όπoυ οι διαβρωτικοί παράγοντες επέδρασαν στην κακή διατήρηση των καταλοίπων και στην περιορισμένη παρουσία τους.
β) Στην οικονομία της θέσης (δηλαδή σφαγή νεαρών ζώων των οποίων τα οστά είναι πιό εύθραυστα και δύσκολα διατηρούνται)
γ) Στο πολιτιστικό επίπεδο και τον γενικότερο τρόπο ζωής των κατοίκων (δηλαδή στον καθαρισμό των οικιών από τα τροφικά κατάλοιπα)
δ) Στην μη ολοκλήρωση της μελέτης του υλικού, ιδιαίτερα εκείνου που προέρχεται από την επίπλευση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρη στην επίπλευση εντοπίσθηκαν επίσης έντομα και άλλα μικρά ζώα (πχ. μυρμήγκια) τα οποία είναι σύγχρονα και αποτελούν ένδειξη διατάραξης των αρχαιολογικών στρωμάτων.
Γ. Μαλάκια
Περισυνελλέγησαν όλα τα μαλάκια τα οποία ευρέθησαν μέχρι τούδε, θαλάσσια και χερσαία. Βρέθηκαν ολόκληρα όστρεα και θραύσματα και έγινε προσπάθεια συνδυασμού των θυρών των διθύρων και αποδόσεως του N.M.I. (1) διθύρων και γαστεροπόδων. Στην περίπτωση των θαλασσίων οστρέων δόθηκε ιδιαίτερη σημασία καθώς ανθίστανται περισσότερο στη διάβρωση, η οποία στη θέση Καντού ευθύνεται για τη γενικότερη κακή διατήρηση του παλαιοπεριβαλλοντικού υλικού.
Αναγνωρίσθηκαν 27 θαλάσσια είδη και 3 χερσαία (πιν.ΙΙΙ). Εντοπίσθηκαν είδη χαρακτηριστικά δελταικών αποθέσεων, βραχώδεις ακτές και βαθιά νερά (Καραλή 1995, Τα όστρεα στην Αρχαιολογία του Αιγαίου). Συνεπώς η συλλογή τους προϋποθέτει την μετακίνηση των κατοίκων του οικισμού μέσω του ποταμού προς τις ακτές και την ανοικτή θάλασσα. Ο χώρος προέλευσής τους και ο τρόπος διανομής τους στον οικισμό θα μελετηθούν μαζί μ αυτόν των ζώων κατά την ολοκλήρωση της μελέτης.
Πρόκειται για εδώδιμα είδη τα οποία δεν διαφέρουν από αυτά που βρέθηκαν στις σύγχρονες προϊστορικές κυπριακές θέσεις (Καραλή 1995, Η σημασία των θαλασσινών οστρέων στην Προϊστορία του Αιγαίου και της Κύπρου). Αποτελούν τροφικά κατάλοιπα και τα περισσότερα βρέθηκαν μαζί με οστά ζώων. Ορισμένα από αυτά, κυρίως όστρεα του είδους Murex trunculus Linne, φέρουν ακανόνιστη οπή στην κοιλιακή χώρα. Επίσης σε πολλά όστρεα του είδους Patella sp. είτε έχει αποκοπεί ο κεντρικός κώνος και έχουν δακτυλιόσχημη μορφή είτε η περιφέρειά τους έχει πολλαπλά σπασίματα.
Στην περίπτωση της πορφύρας είναι σαφής η προσπάθεια εξαγωγής του ζώου και στην περίπτωση της πεταλίδας τα σπασίματα δείχνουν τη χρήση αιχμηρού εργαλείου για την αποκόλλησή της από το βραχώδες υπόστρωμα.
Συνεπώς, αποτελούν σαφώς τροφικά κατάλοιπα. Βέβαια, ορισμένα πολύ μικρά όστρεα διαφόρων ειδών μεταφέρθηκαν τυχαία, προσκολλημένα σε άλλα ή χάρη στα ωραία χρώματα ή στο σχήμα τους.
Δεν έχει μελετηθεί ακόμα το μαλακολογικό υλικό που προέρχεται από την επίπλευση κατά την οποία εντοπίσθηκαν αρκετά μικροσκοπικά θραύσματα οστρέων μερικά από τα οποία ανήκουν σε χερσαία είδη (Helix sp.). Μερικά από αυτά είναι σύγχρονα και φαίνεται ότι κατέβηκαν στα αρχαιολογικά στρώματα με τις ρίζες των φυτών.
Για το μαλακολογικό υλικό από τις Προϊστορικές θέσεις της Κύπρου έχουν γίνει αρκετές δημοσιεύσεις, οι οποίες βοηθούν στη γενικότερη κατανόηση της σχέσης του ανθρώπου με τη θάλασσα.
(1) N.M.I. = Nombre Minimum d Individus
Δ. Φυτικά κατάλοιπα
Κατά τη Νεολιθική εποχή, ο οικισμός διέθετε ένα πλούσιο και ποικίλο φυσικό περιβάλλον. Τα φυσικά υψώματα κοντά στις όχθες του παραποτάμου Αργάκι του Κακοτρή, πλούσια σε terra rosa, αποτελούσαν έδαφος πρόσφορο για καλλιέργεια. Παράλληλα, τον λόφο κάλυπτε πυκνό δάσος από χαρουπόδενδρα (Ceratonia siliqua), βελανιδιές (Quercus coccifera) και θαμνώδη βλάστηση, κυπαρίσια παραθαλάσσιου τύπου (Cupressus sempervirens - Juniperus phoenicia) και λίγες ελιές (Olea europea). Ο χώρος αυτός, κατάλληλος για την διαβίωση πολλών φυτικών και ζωικών ειδών, με την πάροδο του χρόνου αποψιλώθηκε από τον άνθρωπο, προκειμένου να αυξηθεί η καλλιεργήσιμη γη.
Ενα σημαντικό ποσοστό των δειγμάτων που προορίζονταν για επίπλευση κοσκινίσθηκε με την μέθοδο του υγρού κοσκινίσματος με κόσκινα διαμετρήματος 5-3-1 χιλ. Έγινε μια πρώτη πρόχειρη εξέταση των παλαιοπεριβαλλοντικών και άλλων καταλοίπων, που εντοπίσθηκαν χάρη στην εφαρμογή της μεθόδου της επίπλευσης.
Ανάλυση μεθόδου επίπλευσης
Εντοπίσθηκαν τα ακόλουθα φυτικά είδη : Pistacia sp. (φυστικιά), Prunus amygdalus (αγρια αμυγδαλιά), Vitis venifera Sglv. (άγριο σταφύλι), Capparis spinosa (κάπαρη) (Burnet, The archaeo-ecology of the Kandou Koyphovounos Excavation: a preliminary report). Περιττώματα ποντικών αποτελούν μια έμμεση μαρτυρία για την ύπαρξη καλλιέργειας σιτηρών.
Η μελέτη του υλικού που προέρχεται από την επίπλευση θα συμβάλει ασφαλώς στην πληρέστερη κατανόηση της οικονομίας και του γενικότερου τρόπου ζωής στην θέση αυτή.
Γεωλογικά δείγματα
.....
Επίλογος
Μετά από το προκαταρκτικό στάδιο μελέτης του παλαιοπεριβαλλοντικού υλικού της θέσης Καντού-Κουφόβουνος, έχουμε σχηματίσει μια πρώτη εικόνα για το φυσικό περιβάλλον της θέσης και για τη σχέση του με τον άνθρωπο κατά την Προϊστορική εποχή. Η μελέτη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί και η κακή κατάσταση διατήρησης του υλικού, σε ορισμένες περιπτώσεις εμποδίζει την ερμηνευτική του προσέγγιση.
Πιστεύουμε όμως ότι τα ευρήματα από τις επόμενες ανασκαφικές περιόδους θα μας δώσουν περισσότερες πληροφορίες για το παλαιοπεριβάλλον της θέσης, συμπληρώνοντας την εικόνα που έχουμε μέχρι τούδε σχηματίσει γι αυτό.
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι
Καντου-Κουφόβουνος
|
Είδη ζώων |
||
|
Αίγα |
145 |
22% |
|
Πρόβατο |
99 |
15% |
|
Χοίρος |
24 |
3,5% |
|
Θραύσματα μη αναγνωρίσιμα |
402 |
60% |
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ
Καντού-Κουφόβουνος
Ανθρώπινα Δόντια
|
1. MAX. |
1I. 1C. 1P. |
|
MAND. |
1I. 1C. |
|
2. MAX. |
2I. 2P. |
|
MAND. |
2I. 2P. 1M. |
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ
Καντού-Κουφόβουνος
Είδη οστρέων
|
ΘΑΛΑΣΣΙΑ |
ΧΕΡΣΑΙΑ |
||
|
Murex trunculus Linne |
62 |
Helix sp. |
158 |
|
Ostrea edulis Linne |
20 |
Helicella sp. |
17 |
|
Cardium edule Linne |
16 |
Truncatellina sp. |
41 |
|
Patella sp. |
14 |
||
|
Cassis sulcosa Bruguiere |
10 |
||
|
Acanthocardium tuberculatum Linne |
7 |
||
|
Cerithium vulgatum Bruguiere |
6 |
||
|
Monodonta turbinata Born |
4 |
||
|
Cardium sp. |
3 |
||
|
Triton tritonis |
3 |
||
|
Conus ventricosus Gmelin |
2 |
||
|
Chylostoma cyclolabris Linne |
2 |
||
|
Murex sp. |
2 |
||
|
Nassarius gibbosula Linne |
1 |
||
|
Gibbula umbilicaris Linne |
1 |
||
|
Gibbula divaricata Linne |
1 |
||
|
Spondylus gaederopus Linne |
1 |
||
|
Neverita P./Josephina R. |
1 |
||
|
Glycimeris glycimeris Linne |
1 |
||
|
Thais haemastoma Linne |
1 |
||
|
Charonia tritionis Linne |
1 |
||
|
Arca noae Linne |
1 |
||
|
Cassidaria sp. |
1 |
||
|
Cerastoderma lamar. R. |
1 |
||
|
Dosinia lupinus Linne |
1 |
||
|
Ostrea sp. |
1 |
||
| Please
send any comments or suggestions for the project or website to
Co-ordinator@ancientcyprus.ac.uk |
![]() |
The Ancient Cyprus Web Project is affiliated to the Council for British Research in the Levant |
Technical note: this site is best viewed using Internet Explorer. Visitors
using other browsers, for example Netscape, may experience some difficulties
on certain pages of this site. We are working to address these difficulties.
|
|
|||